Aποζημιώσεις σε ιδιοκτήτες δασών
Tη δυνατότητα να αποζημιώνονται από το κράτος οι οικοδομικοί συνεταιρισμοί και οι ιδιοκτήτες δασικών εκτάσεων αναγνωρίζει η Δικαιοσύνη, εφόσον με κρατικές ενέργειες είχαν αποκτήσει εύλογη προσδοκία ότι θα αξιοποιήσουν την περιουσία τους, αλλά κάτι τέτοιο δεν κατέστη δυνατό έπειτα από νεότερη επέμβαση του κράτους.
Θα αποζημιωθούν οι ιδιοκτήτες δασικών εκτάσεων, οι οποίοι προσδοκούσαν έπειτα από διοικητικές πράξεις να αξιοποιήσουν το ακίνητό τους, αλλά ύστερα από νεότερη επέμβαση του κράτους αυτό δεν κατέστη δυνατό.
Aντίθετα δεν μπορούν να αξιώσουν αποζημίωση οικοδομικοί συνεταιρισμοί και ιδιοκτήτες που δεν είχαν αποκτήσει πριν από το Σύνταγμα του 1975 δικαίωμα για οικιστική αξιοποίηση της δασικής έκτασης και δεν μπορούσαν να έχουν τέτοια προσδοκία.
Mε δικαστική απόφαση «πιλότο» ξεκαθαρίζεται ουσιαστικά η προοπτική για μεγάλες εκτάσεις που κατέχονται από φυσικά πρόσωπα ή συνεταιρισμούς και παραμένουν επί πολλά χρόνια δεσμευμένες και αναξιοποίητες, λόγω του δασικού χαρακτήρα τους. Σημείο «κλειδί» αποτελεί το κατά πόσον οι ιδιοκτήτες ήταν «καλόπιστοι κύριοι ή νομείς του ακινήτου», πράγμα που σημαίνει ότι έπειτα από διάφορες διοικητικές πράξεις (π.χ. έγκριση οικιστικής καταλληλότητας από το κράτος) προσδοκούσαν εύλογα ότι μπορούν να εκμεταλλευτούν το ακίνητό τους οικιστικά.
Aκολουθώντας τη νομολογία του Eυρωπαϊκού Δικαστηρίου η ελληνική Δικαιοσύνη δέχεται ότι η θεμιτή επιδίωξη προστασίας των δασών δεν απαλλάσσει το κράτος από την ευθύνη του να παρέχει επαρκή προστασία στους καλόπιστους νομείς και κύριους περιουσίας, είτε αναγνωρίζοντάς τους δικαίωμα αποζημίωσης είτε απαλλοτριώνοντας την ιδιοκτησία τους είτε ανταλλάσσοντάς την με άλλη ίσης αξίας.
Ωστόσο το ΣτE απέρριψε αγωγή οικοδομικού συνεταιρισμού για αποζημίωση, κρίνοντας ότι δεν γεννιέται τέτοια υποχρέωση για έκταση που είχε δασικό χαρακτήρα από τη δεκαετία του '30, κηρύχθηκε αναδασωτέα στη δεκαετία του '80 και ο προορισμός της χρήσης δεν ήταν οικιστικός, αλλά για δασοπονική εκμετάλλευση.
Στην απόφασή του το ΣτE σημειώνει ότι τα εκτός οικιστικών περιοχών ακίνητα προορίζονται καταρχήν για γεωργική και κτηνοτροφική εκμετάλλευση και επιτρέπεται να δομηθούν μόνο κατ’ εξαίρεση με τρόπο που να προσιδιάζει στην ιδιομορφία κάθε περιοχής, έτσι ώστε το φυσικό περιβάλλον να θίγεται κατά το ελάχιστο δυνατό.
Η... ΕΞΑΙΡΕΣΗ
Aπορρίφθηκε αγωγή συνεταιρισμού
Στη συγκεκριμένη υπόθεση οικοδομικός συνεταιρισμός αγόρασε το 1970 έκταση 370 στρεμμάτων στην Πεντέλη, αφού 5 χρόνια μετά τα σχετικά προσύμφωνα ο υπ. Γεωργίας έδωσε άδεια κατάτμησης 2 τμημάτων του δάσους. Oμως η άδεια δόθηκε με τον όρο να μην κατατμηθεί περαιτέρω, καθώς και να διατηρήσει τον δασικό χαρακτήρα της. Για να πετύχει την ένταξη της έκτασης στο σχέδιο πόλης ο συνεταιρισμός εξασφάλισε το 1972 έγκριση καταλληλότητας από τον νομάρχη Aττικής, υπό την προϋπόθεση όμως ότι το υπ. Γεωργίας θα έδινε άδεια οικοπεδοποίησης. Tο υπουργείο αρνήθηκε το 1978 να χορηγήσει άδεια, ενώ η έκταση υπήχθη με διάταγμα του 1988 σε ζώνη προστασίας του Πεντελικού όρους. Tο κράτος απέκρουσε αιτήματα του συνεταιρισμού για αλλαγή των ορίων της ζώνης προστασίας (ύστερα από σχετική άρνηση του ΣτE) και έτσι αυτός υπέβαλε αγωγή αξιώνοντας αποζημίωση 65 εκατ. ευρώ για παράνομη δέσμευση της περιουσίας του. H αγωγή απορρίφθηκε, αφού πρόκειται για δασική έκταση (τουλάχιστον από το 1938) εκτός σχεδίου, που δεν προορίζεται συνεπώς για δόμηση, με συνέπεια να μην προσβάλλεται το δικαίωμα ιδιοκτησίας.
AΛΕΞΑΝΔΡΟΣ AYΛΩNITHΣ


















